Νομοθεσία περί της
Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας
ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Επιλογή Γενικού Επιτρόπου από το Υπουργικό Συμβούλιο
1. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Αυτό συγκροτείται από τον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και από μέλη του ίδιου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στο δικαστήριο αυτό, όπως νόμος ορίζει. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθώς και δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπως νόμος ορίζει. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της διοικητικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτά για τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτό.
Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίο αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχου, που επιλέγονται με κλήρωση, όπως νόμος ορίζει.
2. Το συμβούλιο της παραγράφου 1 συγκροτείται με αυξημένη σύνθεση, όπως νόμος ορίζει, όταν κρίνει για προαγωγές στις θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας, αρεοπαγιτών, αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων Εφετών, καθώς και για την επιλογή των μελών των Γενικών Επιτροπειών των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν και στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της παραγράφου 1.
3. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο δικαστικός λειτουργός στον οποίον αφορά η κρίση, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου ισχύουν οι διατάξεις των εδαφίων τρία έως έξι της παραγράφου 1. Στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου μετέχουν μετά ψήφου και τα μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
4. Oι αποφάσεις της ολομέλειας ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σε αυτήν, καθώς και οι αποφάσεις του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, με τις οποίες δεν διαφώνησε ο Υπουργός είναι γι' αυτόν υποχρεωτικές.
5. Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.
Η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει τη θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. O τυχόν υπολειπόμενος μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας χρόνος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, όπως νόμος ορίζει.
6. Oι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Eπικρατείας.
Ν. 5026/2023
Πόθεν Έσχες
3. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί, μετά από καταγγελία ή και αυτεπαγγέλτως, να παραγγέλλει τη διενέργεια ελέγχου των Δ.Π.Κ. υπόχρεων ή κατηγοριών υπόχρεων από τα όργανα του άρθρου 27, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται αδικαιολόγητο περιουσιακό όφελος.
4. Η διενέργεια του ανωτέρω ελέγχου μπορεί να ανατεθεί σε ειδικό κλιμάκιο που αποτελείται από δικαστικούς υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίοι ορίζονται από τον Γενικό Επίτροπο. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου αναδιαρθρώνεται το οργανόγραμμα των οργανικών θέσεων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας και μεταφέρονται σε αυτή από το οργανόγραμμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου τρεις (3) θέσεις υπαλλήλων ΠΕ και μία (1) θέση υπαλλήλου ΔΕ.
5. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη διαβιβάζουν στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο επώνυμες καταγγελίες σε βάρος συγκεκριμένων υπόχρεων σε υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., οι οποίες υποβάλλονται απευθείας σε αυτούς από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή από ανεξάρτητες αρχές ή από ελεγκτικά σώματα της δημόσιας διοίκησης ή όταν με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούνται στοιχεία σε βάρος τους, προκειμένου αυτός να ασκήσει την αρμοδιότητά του των παρ. 3 και 4.
Σε βάρος του ελεγχόμενου υπόχρεου καταλογίζεται χρηματικό ποσό μέχρι της αξίας περιουσιακού αποκτήματος, το οποίο απέκτησε ο ίδιος ή το ανήλικο τέκνο του, εφόσον η προέλευση του περιουσιακού οφέλους δεν δικαιολογείται. Ο καταλογισμός γίνεται υπέρ του Δημοσίου από το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τα άρθρα 118 έως 129 του ν. 4700/2020 (Α’ 127). Ο καταλογισμός αποκλείεται εάν το περιουσιακό στοιχείο έχει δημευθεί σύμφωνα με το άρθρο 33 περί δήμευσης.
Ν. 4938/2022
Αρμοδιότητες
Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο είναι ανώτατη, ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία δρα ενιαία και αδιαίρετα. Συμμετέχει στην άσκηση της δικαιοδοτικής και γνωμοδοτικής λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συμβάλλοντας στην τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης.
1. Με την επιφύλαξη του οργανικού νόμου και της δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: α) Παρίσταται, υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, στις δημόσιες συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των δικαιοδοτικών Τμημάτων και συμμετέχει στις συνεδριάσεις των Τμημάτων Ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β) ασκεί αιτήσεις καταλογισμού σε υποθέσεις: βα) αστικής ευθύνης πολιτικών και στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, ββ) κατοχής μη νόμιμου περιουσιακού οφέλους, βγ) κατά οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, που ο νόμος ορίζει, γ) συγκαλεί και διευθύνει την Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας, δ) συνεργάζεται με εθνικές, ενωσιακές και διεθνείς υπηρεσίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ε) συγκροτεί ομάδες εργασίας από μέλη ή και υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας για την επεξεργασία θεμάτων, που αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της, στ) ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σε αυτόν από τις κείμενες διατάξεις.
1. Σε θέσεις δόκιμων εισηγητών της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο διορίζονται απόφοιτοι της ΕΣΔι. Εφαρμόζονται αναλόγως το άρθρο 82 και οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 83.
2. Σε Πάρεδρο της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας προάγεται κατ’ εκλογή εισηγητής αυτής που έχει επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, στην οποία υπολογίζεται και ο χρόνος υπηρεσίας του ως δόκιμου εισηγητή.
3. Σε αντεπίτροπο Επικρατείας προάγεται κατ’ απόλυτη εκλογή πάρεδρος της Γενικής Επιτροπείας που έχει πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτό.
4. Μέχρι την κάλυψη των οργανικών θέσεων των παρέδρων και αντεπιτρόπων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας: α) δύο (2) κενές θέσεις παρέδρων πληρούνται με διορισμό από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο παρέδρους ή εισηγητές, οι οποίοι έχουν επτά (7) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του εισηγητή, με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 5 και οι λοιπές ανάγκες της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας για παρέδρους καλύπτονται με απόσπαση ισάριθμων παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο μπορεί να παραταθεί, β) oι κενές θέσεις αντεπιτρόπων Επικρατείας πληρούνται με διορισμό από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο συμβούλους ή παρέδρους οι οποίοι έχουν πέντε (5) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του παρέδρου, με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παρ. 5, γ) εξακολουθούν να ισχύουν η παρ. 2 του άρθρου 42 του ν. 4820/2021 (Α’ 130) και η παρ. 7 του άρθρου 58 του ν. 3160/2003 (Α’ 165). Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που έχει αποσπασθεί, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας και για οποιονδήποτε λόγο λαμβάνει άδεια απουσίας από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, αντικαθίσταται με την ίδια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που εγκρίνει την άδεια.
5. Η κατά την παρ. 4 διαδικασία πλήρωσης των κενών θέσεων δύο (2) παρέδρων και των αντεπιτρόπων Επικρατείας κινείται με ανακοίνωση του Υπουργού Δικαιοσύνης η οποία αποστέλλεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός ενός (1) μηνός από την κένωση της θέσης και αναρτάται στο κατάστημα αυτού. Για την ανάρτηση συντάσσεται έκθεση που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Με την ανακοίνωση καλούνται οι ενδιαφερόμενοι, που έχουν τα νόμιμα προσόντα, να υποβάλουν αίτηση στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επομένη της ανάρτησης της ανακοίνωσης. Μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας αποστέλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις υποβληθείσες αιτήσεις. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης υποβάλλει προς τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σχετικό ερώτημα, διαβιβάζοντας και τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν. Το ερώτημα προκαλείται εντός δύο (2) μηνών από την κένωση της θέσης του παρέδρου ή αντεπιτρόπου. Για την πλήρωση των κενών θέσεων που πρόκειται να προκύψουν την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, το ερώτημα υποβάλλεται το αργότερο εντός του μηνός Μαΐου.
6. Σε Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται αντεπίτροπος της Επικρατείας που έχει τρία (3) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό αυτόν.
7. Σε Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας προάγεται: α) αντιπρόεδρος ή Επίτροπος της Επικρατείας ή β) σύμβουλος ή αντεπίτροπος της Επικρατείας, που έχει τέσσερα (4) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στον βαθμό του συμβούλου ή του αντεπιτρόπου της Επικρατείας, αντίστοιχα. Η τετραετία πρέπει να έχει συμπληρωθεί την 1η Ιουλίου του έτους κατά το οποίο κενώνεται η θέση που πρόκειται να καταληφθεί.
Ν. 4820/2021
Δικονομία
Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, η οποία δρα ενιαία και αδιαίρετα υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Συμμετέχει στην άσκηση της δικαιοδοτικής και γνωμοδοτικής λειτουργίας του Δικαστηρίου, συμβάλλοντας στην τήρηση των αρχών της δίκαιης δίκης, καθώς και στη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας του και στον σεβασμό του εύρους της δικαιοδοσίας του. Μεριμνά ιδίως, για τη δίκαιη απόδοση ευθυνών στις περιπτώσεις που κινεί τη δικαστική διαδικασία καταλογισμού.
Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: α) λαμβάνει γνώση, παρακολουθεί την πορεία και δίνει οδηγίες στις υπηρεσίες που ασκούν έλεγχο διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και στις υπηρεσίες που ασκούν έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και εισάγει σχετικά ζητήματα στην Ολομέλεια της Γενικής Επιτροπείας (περ. Α της παρ. 1 του άρθρου 32 Γ του ν. 1756/1988, Α` 35), β) εισάγει στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ζητήματα για τα οποία ζητείται η συγκατάθεση, η γνώμη ή η απόφασή της και ανακοινώνει το αποτέλεσμα στις αρμόδιες αρχές, γ) θέτει στο αρχείο αναφορές, αιτήσεις ή καταγγελίες για τις οποίες κρίνει ότι είναι απαράδεκτες ή νόμω ή ουσία αβάσιμες (περ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 32 Γ του ν. 1756/1988), δ) παρακολουθεί τις εργασίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρει γι` αυτές στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ε) διευθύνει τις συνεδριάσεις και τις διασκέψεις της Ολομέλειας της Γενικής Επιτροπείας, στ) ασκεί εποπτεία στους δικαστικούς λειτουργούς και τους δικαστικούς υπαλλήλους, που υπηρετούν στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας, ζ) απευθύνει συστάσεις και οδηγίες στους δικαστικούς υπαλλήλους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας για την εύρυθμη λειτουργία της.
Ο Επίτροπος Επικρατείας αναπληρώνει τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας και ασκεί καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου, ύστερα από απόφαση της Ολομέλειας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας και σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιτρόπου.
Οι Αντεπίτροποι Επικρατείας αναπληρώνουν τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας και τον Επίτροπο Επικρατείας και μετέχουν σε υπηρεσιακά συμβούλια και επιτροπές του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Οι Πάρεδροι της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας αναπληρώνουν τους Αντεπιτρόπους Επικρατείας και επικουρούν τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, τον Επίτροπο Επικρατείας και τους Αντεπιτρόπους Επικρα-τείας στο έργο τους.
Οι δόκιμοι Εισηγητές και οι Εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας επικουρούν τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, τον Επίτροπο Επικρατείας, τους Αντεπιτρόπους Επικρατείας και τους Παρέδρους της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο έργο τους.
1. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, για τη διεξαγωγή του έργου του, επικουρείται από προσωπικό της Υπηρεσίας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
2. Για την κάλυψη των αναγκών ή των κενών θέσεων της Υπηρεσίας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να τοποθετείται προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που λαμβάνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
1. Ο τίτλος του Κεφαλαίου 57 του ν. 4700/2020 (Α` 127) αντικαθίσταται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 57: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ»
2. Το άρθρο 347 του ν. 4700/2020 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 347: Διεύρυνση αρμοδιοτήτων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Δημόσιος φορέας που διέθεσε αμιγώς εθνικές πιστώσεις από τον προϋπολογισμό του σε άλλον δημόσιο φορέα για την εκπλήρωση συγκεκριμένου σκοπού που δεν εκπληρώθηκε, σύμφωνα με ό,τι προέβλεπε η σχετική συμφωνία μεταξύ τους, μπορεί να ζητήσει από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου να ασκήσει αίτηση καταλογισμού κατά του αντισυμβαλλομένου του φορέα για το ποσό της επιχορήγησης.».
N. 4700/2020
Αίτηση Καταλογισμού
Η αίτηση καταλογισμού ασκείται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή, στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στον νόμο, από το αρμόδιο όργανο της διοίκησης κατά:
α) πολιτικού ή στρατιωτικού υπαλλήλου του Κράτους, καθώς και κατά υπαλλήλου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για κάθε ζημιά που ο υπάλληλος προκάλεσε σ’ αυτά με δόλο ή από βαριά αμέλεια, καθώς και για την αποζημίωση που το Κράτος, ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κατέβαλε σε κάθε τρίτο πρόσωπο για παράνομη πράξη ή παράλειψη που τελέστηκε με δόλο ή από βαριά αμέλεια υπαλλήλου τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και
β) κάθε προσώπου, κατά του οποίου ειδική διάταξη νόμου προβλέπει την άσκηση αίτησης καταλογισμού από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή από άλλο αρμόδιο κατά τον νόμο όργανο της διοίκησης.
Η αίτηση καταλογισμού πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία:
α) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή τον αριθμό δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση,
β) το ποσό για το οποίο ζητείται ο καταλογισμός,
γ) την ιδιότητα του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, που καθιδρύει την αρμοδιότητα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου να ζητήσει τον καταλογισμό του,
δ) τη ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη που του αποδίδεται,
ε) τον αιτιώδη σύνδεσμο της πράξης ή της παράλειψής της με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
1. Η άσκηση από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτησης καταλογισμού ζητείται με ειδικό αίτημα προς αυτόν από: α) τον αρμόδιο υπουργό, β) τον δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, γ) το όργανο που κατά νόμο διοικεί ή εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
2. Αν το όργανο που αιτείται την άσκηση αίτησης καταλογισμού κατά την παρ. 1 δεν αποστέλλει μαζί με το αίτημά του τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 119, ο διοικητικός φάκελος επιστρέφεται και δύναται να επανυποβληθεί μετά τη συμπλήρωσή του.
3. Εφόσον τα υποχρεωτικά κατά το άρθρο 119 στοιχεία έχουν αποσταλεί, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιούται να ζητεί από το όργανο που αιτείται τον καταλογισμό κάθε άλλο αναγκαίο κατά την κρίση του για τη βασιμότητα της αίτησης καταλογισμού στοιχείο. Το αίτημα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτελείται αμελλητί από το όργανο που αιτείται τον καταλογισμό.
Εφόσον η ζημία σε βάρος του Κράτους, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αναδεικνύεται στο πλαίσιο ποινικής ή άλλης δικαστικής διαδικασίας και δεν εγείρεται ζήτημα παραγραφής της αξίωσης, το αίτημα προς τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση αίτησης καταλογισμού δεν υποβάλλεται και τα σχετικά στοιχεία του φακέλου δεν αποστέλλονται πριν από την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται για τη ζημία, το φυσικό πρόσωπο που την προκάλεσε και τις ενέργειές του που αιτιωδώς συνέβαλαν στην πρόκλησή της.
Η άσκηση της αίτησης καταλογισμού διακόπτει την παραγραφή της αξίωσης.
Δεύτερη αίτηση καταλογισμού ασκείται παραδεκτώς εφόσον η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους. Αν η αίτηση ασκηθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την περιέλευση της τελεσίδικης απόφασης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης.
Η αίτηση καταλογισμού κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 55. Ακολούθως, η αίτηση καταλογισμού κοινοποιείται, με επιμέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, καθώς και στο διοικητικό όργανο που ζήτησε τον καταλογισμό. Οι κατά τόπο υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αστυνομικές αρχές υποχρεούνται σε κάθε περίπτωση να μεριμνούν για την κοινοποίησή της κατά τα προαναφερόμενα, σε εκτέλεση της εντολής και των σχετικών οδηγιών του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
1. Μετά την άσκηση της αίτησης καταλογισμού, ο φάκελος που περιέχει τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση καταλογισμού περιέρχεται στο Τμήμα, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση.
2. Στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού παρέχονται από τη γραμματεία του Δικαστηρίου, κατόπιν αιτήματός του το οποίο εγκρίνεται από τον Πρόεδρό του, αντίγραφα εκείνων των στοιχείων του φακέλου που είναι αναγκαία για την άμυνά του, με μέριμνα να μην κοινοποιούνται σ’ αυτόν δεδομένα προσωπικής κατάστασης τρίτων που δεν σχετίζονται με την υπόθεση.
Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο του αρμόδιου Τμήματος την επίσπευση εκδίκασης της υπόθεσής του. Το ίδιο αίτημα μπορεί να υποβάλει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι προστασίας του γενικού συμφέροντος, το οποίο εκπροσωπεί.
1. Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού καταθέτει τις γραπτές αντιρρήσεις του στη γραμματεία του Δικαστηρίου σε προθεσμία δέκα (10) ημερών πριν από τη δικάσιμο.
2. Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού κοινοποιεί τις αντιρρήσεις στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου την ίδια ημέρα της κατάθεσής τους στη γραμματεία του Δικαστηρίου.
1. Οι δημόσιες συνεδριάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς συζήτηση των υποθέσεων γίνονται στα ακροατήρια αυτού με την παρουσία του γραμματέα.
2. Στις δημόσιες συνεδριάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς συζήτηση των υποθέσεων σε ακροατήριο παρίσταται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος εκφέρει τη γνώμη του. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 32Αεπ. του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, μπορεί να ορισθούν οι δημόσιες συνεδριάσεις στις οποίες δεν θα παρίσταται, καθώς και διαδικασίες στις οποίες δεν θα συμμετέχει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
